Θανάσης Σοφράς (τεύχος 3) PDF Εκτύπωση E-mail

Θανάσης Σοφράς

«Μ' αρέσει ν' ακροβατώ ανάμεσα σ' αρμονία και ρυθμό»

του Γιώργου Άλτη

Οι χαμηλές συχνότητες και η γοητεία του αφανή ήρωα, ήταν οι λόγοι που το μπάσο κέρδισε το Θανάση Σοφρά. Λίγες ώρες πριν τη συναυλία στο Κατράκειο βρεθήκαμε στο σπίτι του και μας ταξίδεψε με τις σκέψεις του.

 

Γεννήθηκε στην Αθήνα. Γνώρισε τη μουσική μέσα από τις χορδές της κιθάρας του θείου του Μιχάλη και από τα τραγούδια που τραγουδούσαν και χόρευαν στο σπίτι του. Η οικογένειά του ήταν γνωστή στη Σαλαμίνα για το χασάπικο που χόρευε. Σε ηλικία δώδεκα χρονών τού κάνει δώρο ο θείος του μια κιθάρα και σε μικρό διάστημα έγινε αυτός ο οικογενειακός κιθαρίστας στα διάφορα γλέντια της οικογένειας. Παράλληλα αρχίζει να παίζει σε γκρουπάκια που είχαν φτιάξει στο σχολείο, αλλά οι ανάγκες των γκρουπ τον οδηγούν στο ν' ασχοληθεί με το μπάσο. Μετά το λύκειο σπουδάζει στο Μαθηματικό και η μουσική περνάει σε δεύτερη μοίρα. Αργότερα πήγε στη Γαλλία για μεταπτυχιακά και γράφεται σε μια μουσική σχολή. Επιστρέφοντας  στην Ελλάδα, κάνει το στρατιωτικό του και αποφασίζει ότι δεν του ταιριάζει τίποτα άλλο πέρα από τη μουσική. Ήδη το 1976 είχε γνωριστεί με τον Ηλία Ανδριόπουλο. Ήταν η εποχή της Τετραλογίας  και παίζει με ένα πολύ καλό σχήμα (Ξυλούρης, Γκαϊφύλιας, Δημητράτος, και Πρωτοψάλτη -  στο ξεκίνημά της). Το 1984 συνεργάστηκε ξανά με τον Ανδριόπουλο και από 'κει και πέρα αρχίζουν διάφορες συνεργασίες με τους σημαντικότερους συνθέτες και τραγουδιστές.

Ο Θανάσης Σοφράς προτιμά να δουλεύει περισσότερο στο στούντιο: «Δεν πρέπει να παράγουμε μουσική. Πρέπει να παίζουμε μουσική. Όταν ο μουσικός παίζει κάθε βράδυ, δεν μπορεί να αποδώσει, κουράζεται. Δε μου αρέσει η νύχτα. Έχει τη γοητεία της αλλά με κουράζει ψυχικά. Γι' αυτό ασχολήθηκα περισσότερο με τη δισκογραφία και παίζω πια μόνο σε επιλεγμένες παραστάσεις, με το Σαββόπουλο -με το Διονύση έχουμε συνεργαστεί εννέα χρόνια- την Αρβανιτάκη, το Νταλάρα... Εκεί τουλάχιστον αισθάνεσαι πιο άνθρωπος και σαν μουσικός μπορείς να βγάλεις ένα κομμάτι από τον εαυτό σου».

Με το κοντραμπάσο άρχισε να ασχολείται από το 1980:

«Στη συνεργασία μου με την Κωχ, το 1987, άρχισα δειλά-δειλά να παίζω κοντραμπάσο και στη δουλειά. Το έμαθα μόνος μου και με τη βοήθεια κάποιων φίλων, οι οποίοι μου έμαθαν μερικά πράγματα, όπως μαθαίνεις πρακτικά μπουζούκι ή κλαρίνο. Μετά τη συνεργασία μου με το Σαββόπουλο στο Ζοοm, παράτησα τελείως το ηλεκτρικό μπάσο και δόθηκα στο κοντραμπάσο. Μάλιστα στο δίσκο Αναδρομή, του Σαββόπουλου, ο Διονύσης είχε βγει φωτογραφία με το κοντραμπάσο μου. Μετά το Ζοοm, έπεσα με τα μούτρα στο κοντραμπάσο, πέρασα ατέλειωτες ώρες μελετώντας». Το κοντραμπάσο είναι ο αφανής ήρωας της ορχήστρας: «Υπάρχει ένα βιβλίο, Το κοντραμπάσο, του Πάτρικ Ζήσκιντ, το οποίο περιγράφει τη μοναχικότητα του κοντραμπασίστα, που κάθεται πίσω, στον «κόσμο του»...

Έχει παιχτεί μονόπρακτο από τον Βασίλη Παπαβασιλείου.

Δεν ξέρω για τις υποκριτικές μου ικανότητες, αλλά θα ήθελα να το παίξω και εγώ. Έχω νιώσει έτσι... Μόνο ένας κοντραμπασίστας μπορεί να καταλάβει αυτό το ρόλο και να τον νιώσει πραγματικά. Μου αρέσει αυτό το πράγμα, είναι ωραίο να είσαι  η κολώνα και να ακροβατείς ανάμεσα σε αρμονία και ρυθμό». Όσοι είχαν βρεθεί στο Σταυρό του Νότου, τότε που έπαιζε με την Ελευθερία Αρβανιτάκη, θα τον είχαν δει να τραγουδάει κιόλας: «Όταν παίζαμε με την Ελευθερία, τότε που έκανε το δίσκο Εκτός προγράμματος, έβγαινα μπροστά και τραγουδούσα δυο-τρία κομμάτια, άσχετα αν δε τα έβαλε στο δίσκο. Αυτό της το χρωστάω αλλά παρ' όλα αυτά την αγαπάω! Δεν με τρομάζει το «μπροστά», άλλα ο όγκος της «πλάτης» μου ταιριάζει περισσότερο». Έχει παίξει διάφορα είδη μουσικής και τον τελευταίο καιρό ασχολείται με  την παραδοσιακή μουσική: «Έχουμε κάνει ένα γκρουπ με το Νίκο Οικονομίδη και παίζουμε παραδοσιακά, σμυρναίικα, κωνσταντινοπολίτικα. Έπαιξα και σε ένα cd  του Χρίστου Τσιαμούλη, με έναν Τούρκο δεξιοτέχνη στο κανονάκι, τον Χαλίλ Καραντουμάν, ο οποίος με μάγεψε με το παίξιμό του. Παίξαμε στο Αερικό τέσσερις-πέντε βραδιές που ήταν φανταστικές». Σίγουρα τα διάφορα ακούσματα διευρύνουν την ερμηνευτική ικανότητα του μουσικού: «Ένας μουσικός πρέπει να έχει διάφορα ακούσματα, που να του μεγαλώνουν τον ορίζοντα. Όσο περνάνε τα χρόνια, με τη λεγόμενη «παγκοσμιοποίηση» δεν μπορεί ένας μουσικός να έχει μονοσήμαντα ακούσματα, γιατί η ζωή δεν είναι πια μονοσήμαντη. Στις πρόβες με τον Νταλάρα, στα τραγούδια του Τσιτσάνη, λέγαμε ότι αυτός ο άνθρωπος έγραψε αυτά τα αριστουργήματα, γιατί ζούσε μέσα σ' αυτά και μόνο γι' αυτά. Σήμερα υπάρχουν άνθρωποι που είναι δοσμένοι σε ένα είδος μουσικής, όπως ο Βαγγέλης Κορακάκης, αλλά υπάρχουν και άλλοι, όπως ο Διονύσης Σαββόπουλος, με πολλαπλά ακούσματα που τα μετουσιώνουν σ' ένα πράγμα». Για το Θανάση Σοφρά το «παίξιμο» είναι τρόπος ζωής: «Στις μέρες μας που άσκοπα σπαταλιόμαστε, το παίξιμό μας, ας είναι το μέσο για να γίνουμε καλύτεροι.»

 
Copyright © 2010 Μετρονόμος. Με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος.
Το Joomla! είναι Ελεύθερο Λογισμικό, που διατίθεται βάσει της Άδειας GNU/GPL..
 
Στείλε το στο facebook

Οι φίλοι μας